21.12.11

Άψυχος - Μέρος Πρώτο



Άψυχος. Μία ιστορία σε ... δόσεις !
Ο Άψυχος δημιουργήθηκε ένα χειμωνιάτικο βράδυ, όπου η καταιγίδα μαινόταν βίαια, τόσο έξω, όσο και μέσα μου. Ανέκαθεν με τραβούσε η αρχαιολογία της Νότιας Αμερικής και εκείνο το βράδυ, μόλις είχα τελειώσει την ταξιδιωτική μελέτη Incidents of travel in Central America, Chiapas, and Yucatan του John Lloyd Stephens διακοσμημένο με τις υπέροχες γκραβούρες του ταλαντούχου Catherwood. Το βιβλίο πραγματευόταν τις ταξιδιωτικές περιηγήσεις των δύο ανδρών, όπου βάζοντας σε κίνδυνο τις ζωές τους, κατάφεραν να βρουν πολλές άγνωστες ακόμα στον δυτικό κόσμο ερειπωμένες πόλεις της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, που μέχρι και οι γηγενείς κάτοικοι των γύρω περιοχών είχαν ξεχάσει πως υπήρχαν. Οι περιηγήσεις τους ήταν το έναυσμα για εμένα να καθίσω και να γράψω τον Άψυχο. Ελπίζω να τον απολαύσετε και εσείς, όσο απόλαυσα και εγώ την δημιουργία του.
Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του Stephen Salisbury:
The Mayas, the Sources of Their History/Dr. Le Plongeon in Yucatan, His Account of Discoveries.


Το κορμί μου ίσως να γλύτωσε από αυτό το φρικαλέο πράγμα που αγκάλιαζε, χάϊδευε και φιλούσε, αλλά το μυαλό μου παίζει παράξενα παιχνίδια. Η ψυχή μου είναι φυλακισμένη μέσα σε ένα βρωμερό κλουβί γεμάτο ακαθαρσίες και ανείπωτες βρωμιές, βρωμιές που εγώ ο ίδιος έβαλα μέσα του και στοιχηματίζω πως δεν υπάρχει περίπτωση να γλυτώσω την ψυχική μου ηρεμία αυτές τις τελευταίες ώρες πριν έρθει Εκείνος.
Νομίζω πως όλες οι νεκρές πόλεις κατοικούνται από φαντάσματα. Σε μια τέτοια έχω έρθει και εγώ, κυνηγημένος από το υπέρτατο κακό, κυνηγημένος σαν φάντασμα από τις τρελές τύψεις και από την οντότητα αυτή που οι χριστιανοί αποκαλούν Διάβολο, οι Μωαμεθανοί Ιμπλίς και οι απόγονοι των Μάγιας Τζιτζιμίτλ.
Σαν επιστήμονας δεν πίστεψα ποτέ σε αυτόν, όποιο όνομα και να είχε. Θα μπορούσα μάλιστα να πω πως ήμουν άθεος, αφού ούτε στον εχθρό του πίστεψα ποτέ. Να όμως που τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά απ΄ ότι περίμενα ή απ΄ ότι πίστευα τέλος πάντων.
Στην Ταμοανχάν, στην Γη της Βροχής των Μάγιας, αρρώστησε και εκεί τελικά την έθαψα. Κάπου μέσα στην ζούγκλα του Μεξικού αναπαύτηκε εκείνη και άρχισα να τρελαίνομαι εγώ. Δεν μπήκα καν στον κόπο να την μεταφέρω στην πατρίδα, γιατί με είχε παρακαλέσει να την θάψω εκεί. Δεν της είχα χαλάσει ποτέ χατίρι. Γιατί να το έκανα τότε; Άλλωστε δεν είχα δώσει σημασία στον τοπικό θρύλο που έλεγε πως στο έδαφος της Γης της Βροχής δεν υπάρχει ανάπαυση για τον νεκρό και έτσι, αγνοώντας τις παρακλήσεις και τις ικεσίες των ντόπιων και κάτω από μια δυνατή, τροπική μπόρα που ξέσπασε ξαφνικά σαν από το πουθενά, την έθαψα εκεί όπου μόνο ο θεός των αμόρφωτων αγροτών είχε το δικαίωμα να αναπαυθεί.
Την επόμενη ημέρα κάμποσοι χωριάτες με προπηλάκισαν με άσχημο τρόπο, αλλά σχεδόν όλοι είχαν φοβηθεί από την ανίερη κίνηση που είχα κάνει. Όλοι όμως είχαν τρομοκρατηθεί με τον θρύλο που ήθελε τον πεθαμένο να επιστρέφει και να επιτίθεται στους ζωντανούς. Τους ειρωνεύτηκα σκεφτόμενος την πράξη μου, καθώς αν ίσχυε αυτό που πίστευαν με τυφλά μάτια, τότε θα ήμουν ο πρώτος που αντί να κόψει το νήμα της ζωής, θα έκοβε το νήμα του θανάτου.
Όταν σημειώθηκε το πρώτο περιστατικό, που τότε νόμιζα πως ήταν στημένο από αυτούς έτσι απλά για να με τρομάξουν, βρέθηκα να παλεύω με τρεις γεροδεμένους άντρες και τελικά, χτυπημένος άσχημα και με την περηφάνια μου καταπατημένη, μάζεψα τα λιγοστά πράγματά μου και έφυγα από εκεί. Πέρασα την νύχτα σε ένα ξενοδοχείο τριών αστέρων στο Μεξικό, μια νύχτα που δεν προμήνυε τίποτα απ΄ όσα έμελλε να γίνουν. Δεν ξέρω αν έφταιγαν τα ηρεμιστικά που είχα καταναλώσει, πάντως αυτή ήταν μια από τις τελευταίες, ήρεμες βραδιές που θα περνούσα. Ενημέρωσα τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που ανήκα πως οι ανασκαφές είχαν τερματιστεί με βίαιο τρόπο, χωρίς να του πω ότι είχα φταίξει και εγώ σε αυτό, και εκείνος με κάλεσε πίσω στο Λονδίνο. Δεν την ανέφερε ούτε μια φορά στην κουβέντα μας και τον εκτίμησα για αυτό. Ο Γουίδερς ήταν άνθρωπος του τακτ και η έλλειψή του ισοδυναμούσε με την χειρότερη βαρβαρότητα.
Όλα λοιπόν, τα έκανα για την αγάπη που της είχα. Για τον έρωτα που ζήσαμε σε πολλές εγκαταλελειμμένες πόλεις, για την πρώτη βραδιά που περάσαμε αγκαλιά κυριολεκτικά κάτω από το φως της σελήνης στην Καντίζ, όταν ανασκάπταμε για να βρούμε την χαμένη πόλη της Ταρτησσού. Για εκείνο το πυρωμένο πρωινό, που αντίκρισα το ξαναμμένο της πρόσωπο να μου λέει πως βρήκαμε τον στρατό του Ασσύριου βασιλιά Σεναχερέμ που πέθανε από κάποια άγνωστη επιδημία έξω από την Ιερουσαλήμ. Είχα αγαπήσει πολλά πράγματα επάνω της και Εκείνος το ήξερε.
Το βράδυ της 23ης Νοεμβρίου, μία εμβομάδα σχεδόν μετά την άτακτη φυγή μου από το Μεξικό κι αφού βρισκόμουν ήδη στο σπίτι μου στο Λονδίνο, χτύπησε το τηλέφωνο και βγαίνοντας γρήγορα από το μπάνιο όπου βρισκόμουν, το σήκωσα ανυποψίαστος.
Περίμενα πως θα ήταν ο Γουίδερς, ο οποίος με είχε ενημερώσει για τις συμπληρωματικές ανασκαφές που γίνονταν στα αρχαία Γάδαρα, την πόλη που είχε ιδρυθεί από τον Μακεδόνα στρατηλάτη Αλέξανδρο, και με είχε διαβεβαιώσει πως θα με έστελνε εκεί το συντομότερο δυνατόν, αφού τώρα πια ο αντικαταστάτης μου, βρισκόταν ήδη στο Μεξικό, συνεχίζοντας τις ανασκαφές που είχα εγκαταλείψει. Η γραμμή όμως κόπηκε ξαφνικά, χωρίς να μπορέσω να ακούσω την φωνή εκείνου που με καλούσε. Πρόλαβα μόνο να ξεχωρίσω μια ανάσα ή ένα βρυχηθμό καλύτερα, λες και κάποιος μου έκανε μια πρόστυχη φάρσα, θέλοντας να με τρομάξει κραυγάζοντας περισσότερο παρά ανασαίνοντας. Δεν έδωσα σημασία στο γεγονός, παρόλο που αναρωτήθηκα για την ταυτότητα του ανθρώπου που με είχε καλέσει δίχως να μιλήσει και δίχως όμως να δώσει κάποιο σημάδι για το ποιός μπορεί να ήταν.

...συνεχίζεται εδώ


© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη


2 σχόλια:

  1. Τέλειο Ντινούλα μου!
    Ανυπομονώ για τη συνέχεια! Αχ πόσο μου είχε λείψει να διαβάσω κάτι δικό σου!

    Καλό βραδάκι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το έβγαλε, επιτέλους !
    Σε ευχαριστώ πάρα πολύ Νατάσσα μου !
    Σε ευχαριστώ που με στηρίζεις και με βοηθάς !
    Χαίρομαι που σου άρεσε !

    Καλό βράδυ, να έχεις ένα όμορφο ξημέρωμα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή

SEARCH FORM

Constance Lapsati - Author